14.2.06

Για τον Άγιο Βαλεντίνο θα σου πάρω κομοδίνο

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο εραστή... γενικώς


"Τριπλό τοοοου λουπ, διπλό λουπ και άξελ!!! Μια σπουδαία εμφάνιση από την Τατιάνα Τσουτσούνοβα και τον Αλεξέι Τσιπιρδόνεφ που κλίνουν το πρόγραμμα τους και αποθεώνονται από τους φιλάθλους."


Κλλάιν!

"Θα θυμάστε την Τατιάνα και τον Αλεξέι στους χειμερινούς Ολυμπιακούς του Τιμπουκτού το 1984, που με ένα εκπληκτικό πρόγραμμα είχαν κερδίσει το χρυσό αλλά και αργότερα, το 1989, στο παγκόσμιο της Σιβηρίας που και πάλι είχαν κερδίσει την πρώτη θέση. Η Τατιάνα και ο Αλεξέι αποδείξανε σήμερα ότι είναι ένα ζευγάρι που έχει ακόμα να δώσει πολλά στο καλλιτεχνικό πατινάζ. Ζευγάρι μάλιστα όλα αυτά τα χρόνια και στον πάγο αλλά και στη ζωή..."


Να τα... Βρε άει σιχτίρ με τα ζευγάρια! Καλά το είπα ότι δε θα μου βγουν σε καλό οι Ολυμπιακοί. Αλλά τι περιμένεις; Αγίου Βαλεντίνου σήμερα και εγώ βλέπω τους Ρώσους και τους Κινέζους να κάνουν ακροβατικά με τα παγοπέδιλα, ενώ στο άλλο κανάλι έχει έναν Αμερικάνο, ένα Γερμανό και έναν Ιταλό να φεύγουν με την πλάτη με 170 χλμ/ώρα μέσα σε ένα τούνελ. Αυτό δεν είναι σπορ, είναι ανέκδοτο! Ο πόντιος λείπει... ουφ πια!

ΟΚ είμαι άδικος. Είμαι υπερβόλας. Ναι, είμαι ο κύριος Υπερβόλας! Αλλά είμαι επίσης και ο κύριος Με-Παράτησε-Η-Καριόλα οπότε όσο να πεις έχω τα δίκια μου να είμαι φορτωμένος και να μου τη σπάνε όλα. Σε τέτοιες φάσεις η υπερβολή είναι το λιγότερο. Το περισσότερο δεν ξέρω τι είναι. Όσο για το χειρότερο δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι.

Δε θέλω μεν, το σκέφτομαι δε. Δεν μπορώ να το αποφύγω βλέπεις. Είναι και αυτό το λαικο-ποπ χιτάκι που άκουσα στο ταξί και μου έχει κολλήσει στο κεφάλι και μου τα θυμίζει όλα.

Στη γωνιά του κομοδίνου
Το σημείωμα άφησες
Και του Άγιου-Βαλεντίνου
μόνο με παράτησες.


Ο τύπος που το τραγουδούσε επανέλαβε το ρεφρενάκι 735 φορές μέσα στα τρία λεπτά που κράτησε το κομμάτι οπότε ήταν μάλλον αδύνατο να μη μου κολλήσει. Τόσες φορές που άκουσα για το κομοδίνο ήμουν έτοιμος να πω στον ταξιτζή να κάνει μια στάση στον Βαράγκη να αγοράσω τσατ-πατ μια κρεβατοκάμαρα. Όχι τίποτα άλλο αλλά… τι να την κάνω τώρα πια την κρεβατοκάμαρα; Να κοιμάμαι μόνος μέσα στη μέση στο διπλό κρεβάτι να μη βγάζω άγχος μη πέσω τη νύχτα; …Τον Βαλεντίνο μου μέσα!

Όλα γίνανε πολύ γρήγορα. Τόσο γρήγορα που σχεδόν δεν κατάλαβα τι έγινε. Βέβαια, η καλή μου είπε στο τέλος ότι οι στιγμές αυτές – το δίλεπτο του "κοίτα… θέλω να χωρίσουμε" δηλαδή - της φάνηκαν αιώνας. Νωρίτερα είχε πετάξει ότι ένας αιώνας ήταν ο καιρός που ήμασταν μαζί. Στα καπάκια διευκρίνισε, με μια περίεργη λάμψη στο αριστερό μάτι που είχε ανοίξει περισσότερο από το δεξί, ότι της φάνηκε αιώνας ο καιρός που "δεν ήμασταν πολύ καλά". Τελικά έβαλε τα κλάματα και το μάζεψε λίγο λέγοντας ότι άλλο τόσο ήταν "οι μοναδικές στιγμές που ήμασταν ευτυχισμένοι οι δυο μας". Σύνολο δηλαδή τρεις – τέσσερις αιώνες. Σα να λέμε ότι γνωριστήκαμε το 1600 με 1700. Πάλι καλά να λέω γιατί ευτυχώς πέσαμε στην εποχή μπαρόκ που μου πάει, τέτοιος τελειωμένος μπαροροκάς που είμαι. Αν της φαινότανε λίγο λιγότερο και πέφταμε στο ροκοκό θα είχα πρόβλημα. Το ροκοκό με πειράζει στην κοιλιά και κλάνω το βράδυ στον ύπνο μου, το οποίο για να λέμε και του στραβού το δίκιο δεν είναι ότι καλύτερο σε μια σχέση. Ειδικά όταν σηκώνεις την κουβέρτα το πρωί.

Τέλος πάντων εγώ ήμουν κύριος. Πρώτα πρώτα της έστειλα λουλούδια. Ο αριθμός των άνθεων μάλιστα ήταν μονός όπως προστάζει κάποιο αρχέγονο τελετουργικό του έρωτα και του καλού μάρκετινγκ. Το είχα και εγώ υπ' όψη – κάτι για μονούς αριθμούς, για τη λατρεία της μεγάλης Θεάς και τη ζωή στην Ανδρομέδα – αλλά μου το θύμισε και ο ευτυχισμένος, από τις τρελές δουλειές σήμερα, ανθοπώλης, σημειώνοντας μάλιστα με νόημα " τα λουλούδια πάντα σε μονό αριθμό, όπως και η παρτούζα"!

Της τα έστειλα πρωί πρωί. Να την ξυπνήσει ο λουλουδοντιλιβεράς νο γουστάρει. Μου το είχε εκμυστηρευτεί όταν γνωριστήκαμε ότι στον ονειρικό κόσμο που έχει πλάσει στο μυαλό της το σπίτι της είναι γεμάτο κάθε πρωί από φρέσκα ευωδιαστά λουλούδια. Πάρε λοιπόν να έχεις, γιατί στην τελική και εγώ να σε κάνω ευτυχισμένη θέλω. Σωστά; Σωστά, αλλά κάποιος πρέπει να ανοίξει στον ντιλιβερά, τον Βαλεντίνο μου μέσα!

Κοιμόταν η ρουφιάνα και δεν άκουγε τίποτα. Δύο φορές με πήρε τηλέφωνο το παιδί να μου πει ότι δεν του ανοίγει κανένας και την τρίτη ότι κάποια κυρία τον έβρισε. Την τέταρτη ήταν για να μου πει ότι ενώ η κοπέλα από μέσα του είπε «έρχομαι, μισό λεπτάκι» έχουν περάσει τρία τέταρτα και δεν του έχει ανοίξει, αλλά ακούγονται από μέσα… νερά! Έκανε ντους η αθεόφοβη, μετά πιστολάκι, και ψιλο-βάφτηκε πριν ανοίξει την πόρτα (σαν να την ακούω είναι «Καλά από τον ύπνο πως θα ανοίξω στον ξένο άνθρωπο, να με δει σαν την τρελή;»).

Τελικά όλα καλά γιατί όταν του άνοιξε και κατάλαβε ότι κάποιος της είχε στείλει λουλούδια, του έσκασε δυο φιλιά και ο πιτσιρικάς γούσταρε και τα ξέχασε όλα. Όλα καλά επίσης γιατί ο πιτσιρικάς έφυγε γρήγορα πριν δει το στράβωμα, την ξινίλα και την απογοήτευσή της, όταν συνειδητοποίησε ότι αυτός ο κάποιος που έστειλε τα λουλούδια ήμουν εγώ. Όλα καλά τέλος γιατί πέρασε ο τυπάς από το γραφείο και τσίμπησε τα τριάντα ευρώ που του είχα τάξει για μπουρμπούρι για τις καθυστερήσεις! Τι να κάνεις αν είναι να γιορτάσεις θα πληρώσεις. Ο έρωτας, δεν ξέρω για τα χρόνια, πάντως έξοδα δεν κοιτά.

Ύστερα άρχισα τα μηνύματα με το κινητό όπως αρμόζει στην περίπτωση και όπως ορίζει το πρωτόκολλο του εορτασμού της πανηγυρικής επετείου του έρωτος εις το όνομα του Βαλεντίνου! Ωραία, γλυκά και εμπνευσμένα μηνύματα σε φάση: “Koutsoumoutsoukoulino mou, xronia mas polla, polla, polla, polla, polla”, “Morakoulinaki s’agapo trela eisai o erotas mou kai i zoi mou”, “Zouzoulina mou se 8elo os ta mpounia” και “Arxidia anasximatismo kanane oi malakes. Mas douleuoun psilo gazi, Oloi ta idia skata einai”. Το τελευταίο πήγαινε στον Μιτσάκο που είναι ΠΑΣΟΚ και ΠΑΟΚ και τα βρίσκουμε, αλλά της το έστειλα κατά λάθος.

Αυτά τα έστειλα το πρωί. Όσο μεσημέριαζε φτιαχνόμουν, μόνος βέβαια γιατί αυτή δεν είχε απαντήσει σε κανένα μήνυμα ακόμα. Mε πιάσανε και οι ορμές μου οπότε το χόντρυνα λίγο: “Moraki 8elo na kanoume erota oli mera”, “Den mporo na sigkentro8o. Mas fantazomai na 3eskizomaste me agrio sex” και τέλος “8elo pipa” το οποίο τελικά δεν έστειλα γιατί το βρήκα πολύ συναισθηματικό και το άλλαξα σε “kaulitsa mou se skeftomai kai kaulono” το οποίο νομίζω ήταν τρομερά έξυπνο, με την επανάληψη του «καυλ» να τονίζει την κεντρική ιδέα του μηνύματος.

Κατά τις 3 το μεσημέρι άρχισε να απαντάει στα μηνύματα μου. Έλαβα (με σειρά εμφανίσεως) τα εξής: “ok”, “:-)” και “cu later” τα οποία ναι μεν δεν ήταν σε φάση πολυλογίας, είχαν όμως συναίσθημα και πάθος και το εκτίμησα. Η επικοινωνία διακόπηκε λίγο αργότερα, όταν μάλλον είχε πάρει τα σεξουλιάρικα sms μου και έστειλε το μνημειώδες “Mpa, oxi, me tipota”, ενώ με αποτελείωσε με το “Eimai kommotirio. Mi mou stileis allo sms enoxleis ta koritsia. Mporei na ta poume to bradu”.

Αυτό το «μπορεί» το εξέλαβα ως σκέρτσο, ναζάκι και παιχνίδι και βέβαιος ότι θα βγούμε το βράδυ έκλεισα τραπέζι σε κυριλέ εστιατόριο το οποίο τσέκαρα από πριν ότι θα έχει σβησμένα τα μισά τουλάχιστον φώτα για να μη βλεπόμαστε οι ερωτευμένοι μεταξύ μας και τετράγωνα πιάτα γιατί κατά την αγαπημένη μου αυτό συνεπάγεται με κάποιο μυστήριο συλλογισμό και καλό φαγητό. Στα καπάκια έκλεισα και ένα τραπεζάκι στα μπουζούκια για να σπάσουμε λίγο μέση και να κάνουμε ζέσταμα πριν γυρίσουμε στο σπίτι και βάλουμε φωτιά στα κρεβάτια, τραπέζια, πάγκους και πατώματα για την κορύφωση του εορτασμού της γιορτής του έρωτα και του Βαλεντίνου. Πού να ήξερα…

Φυσικά δεν παρέλειψα να πάρω και δώρο. Αρχικά ήθελα να της πάρω δύο παιχνιδάκια για το Playstation, που θα μένανε και για το σπίτι, αλλά μετά από σύντομη κουβέντα με τα κορίτσια στο γραφείο κατέληξα στα εσώρουχα. Πετάχτηκα στο εσωρουχάδικο στη γωνία όση ώρα ο προϊστάμενος χαμουρευότανε στην τουαλέτα με την καινούρια του μάρκετινγκ που έχει μάστερ από την Αγγλία και θέλει επιτέλους μια καλή και σταθερή σχέση στη ζωή της, όπως είπε εμπιστευτικά στην γραμματέα μας την πρώτη μέρα που ήρθε. Ήξερα τι ήθελα οπότε δεν άργησα ιδιαίτερα. Το χρώμα ήταν εύκολο: πήρα ένα σετάκι σε μαύρο να μην μπλέκω και έχω άλλα μετά. Το μέγεθος σε τέτοιες δουλειές είναι πάντα μια μεγάλη δυσκολία για τους άντρες αλλά η πωλήτρια έδειξε να καταλαβαίνει αμέσως το νούμερο του σουτιέν που ήθελα όταν της έδειξα με τη χούφτα μου πόσο είναι το βυζί της καλής μου. Όσο για το στρινγκ ζήτησα αποφασιστικά το small! Με είχε συμβουλέψει σχετικά ο φίλος Μάκης που είναι γνώστης τέτοιων ζητημάτων «Παίρνεις ένα σμολ και αν δεν της κάνει εννοείται ότι τη χωρίζεις, ρε μαλάκα! Βρακί πας να πάρεις, όχι σκηνή για το κάμπινγκ.» Τελικά τζάμπα πήγαν όλα και ίσως θα ήταν καλύτερα να έπαιρνα κανένα extra large, να μου μείνει να βάζω μέσα και τα ψώνια από τη λαϊκή.

Η κυρία Δε-Γιορτάζω-Μαζί-Σου-Σήμερα-Που-Να-Μην-Ξαναέχω-Ποτέ-Υγρά πέρασε τελικά από το σπίτι μου νωρίς το απογευματάκι. Είχε εκείνο το βλέμμα το γεμάτο ξινίλα, αηδία και περηφάνια όταν μπήκε στο σπίτι, το οποίο δε με ανησύχησε ιδιαίτερα γιατί το ίδιο βλέμμα έχουν όλες οι Έλληνιδες όταν τις δεις σε κανένα μπαράκι που δεν είναι ακόμα πολύ μεθυσμένες και ξέρουν τι τους γίνεται και χαμογελάσεις ή τολμήσεις να τις χαιρετήσεις. Η δικιά μου πάντως δεν ήξερε τι της γινότανε και άρχισε πολύ γρήγορα να ωρύεται ότι «θέλει το χρόνο της και το χώρο της» και ότι αυτή η σχέση την πνίγει, την καταπιέζει και της τρώει όλα τα κουτάκια ενέργειας. Μου ήρθε να της πω να πάμε στον Γερμανό να πάρουμε ένα φορτιστή να έχει να ξαναφορτίζει και να ησυχάσουμε αλλά σκέφτηκα ότι μάλλον δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Κάπου εκεί μου είπε και το «κοίτα… θέλω να χωρίσουμε».

Ένιωσα το χαλί της γκαλερί Μιραράκι με τους τέσσερις χιλιάδες κόμπους σε κάθε τετραγωνική ίντσα που είχε πάρει η μάνα μου πριν τρία χρόνια για προίκα για την αδερφή μου να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Μαζί του γλιστρούσαν και τα όνειρά μου. Έχανα το φως μου, τη ζωή μου, τον κόσμο ολόκληρο. Το σύμπαν κατέρρεε γύρω μου. Τουλάχιστον ο κόσμος και το σύμπαν όπως τα ήξερα τους τελευταίους δύο μήνες γιατί τόσο ήμασταν μαζί, το οποίο είναι σχετικά μικρό διάστημα αλλά όλοι το ξέρουμε ότι είναι μικρός ο κόσμος.. Ευτυχώς ξαφνικά λειτούργησαν τα αρσενικά γονίδια της επιβίωσης. Αδρεναλίνη κύλησε στις φλέβες μου και ιδρώτας στις μασχάλες μου και το μυαλό μου πήρε στροφές.

Προσπάθησα λοιπόν με διάφορα επιχειρήματα να τη μεταπείσω. Τα δοκίμασα όλα:
- λογικά επιχειρήματα («βρε μωρό πώς γίνεται να σε πνίγει η σχέση, ούτε δυο μήνες δεν είμαστε μαζί, δε συγκατοικούμε και βλεπόμαστε μόνο τα σαββατοκύριακα»)
- συναισθηματικά («μωρό μου σε αγαπώ τόσο πολύ και καμία δεν έχω αγαπήσει όσο εσένα, είσαι η μοναδική αληθινή αγάπη στη ζωή μου»)
- παραληρηματικά («αγάπη μου μη με εγκαταλείπεις, θα πεθάνω, μόνο με σένα έχω αισθανθεί τόσο γεμάτος, τόσο σίγουρος για τον εαυτό μου και τόσο ευτυχισμένος»)
- εκβιαστικά («Χα! Και νομίζεις ότι θα βρεις άλλον τώρα που πέρασες τα 23; Να το ξέρεις θα το μετανιώσεις αλλά θα είναι αργά»)
- αρρενωπά («και εγώ ένιωθα πιεσμένος και ήθελα να σου πω να χωρίσουμε»)
- σουρεάλ («θα κλίσουμε το αυτοκίνητο με 36 άτοκες και η ταπετσαρία θα είναι λιλά όπως σου άρεσε»)

Τελικά δεν έπιασε τίποτα. Με ρώτησε μόνο αν με πείραζε να κάτσει λίγο ακόμα στο σπίτι μου γιατί θα περνούσε σε 20 λεπτά ο Γιώργος να την πάρει για να βγούνε. Όταν τη ρώτησα ποιος είναι ο πάλι αυτός έβαλε τα κλάματα. Ε, δεν άντεξα και έκλαψα και εγώ. Με άγγιξε το κλάμα της. Μπορεί να με παρατάει, να με γειώνει έτσι άσχημα και να πηδιέται με άλλον, αλλά αφού κλαίει δείχνει ότι κατά βάθος με αγαπάει. Και από την άλλη έπρεπε να κλάψω γιατί όπως λέει και ο Γιαννάκης ο Πάριος «Τι κι άντρας που είμαι φοβάμαι, φοβάμαι».

Καθίσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ. Άνοιξα την τηλεόραση και έμεινα να βλέπω τις παγοδρομίες. Αυτή, κόλλησε το βλέμμα της ανάμεσα στο τραπεζάκι δίπλα στον διθέσιο καναπέ και στον φίκο στη γωνία, ψάχνοντας, μάλλον για άμυνα, να βρει που δεν είχε καθαρίσει καλά η μάνα μου. Όταν χτύπησε το κουδούνι έφυγε τρέχοντας με ένα μεγάλο χαμόγελο. Στην τηλεόραση η Αμερικάνα Άλισον Πρίονον έπεφτε άσχημα και έτρωγε πάγο μετά από ένα τριπλό λουπ σε μεγάλο ύψος και ανάποδη κακή προσγείωση στο αριστερό πόδι. Χαμογέλασα ασυνείδητα και περίμενα την τελική βαθμολογία...

12.9.05

Πως πέρασα στις καλοκαιρινές μου διακοπές

Το παρακάτω είναι η πρώτη μου έκθεση για τη νέα σχολική χρόνια. Για να μαθαίνουν οι παλιοί και να θυμούνται οι νεότεροι...

Οι διακοπές μου αρέσουν πολύ. Νομίζω μάλιστα ότι μου αρέσουν πάρα πολύ! Οι διακοπές είναι ωραίες γιατί εμείς τα παιδιά δεν έχουμε σχολείο και οι μεγάλοι δεν έχουνε δουλειά και όλοι ξεκουράζονται, ξεχνάνε τη ρουτίνα και τη ζωή της πόλης, περνάνε όμορφα και είναι χαρούμενοι και στο τέλος ανανεώνονται κιόλας. Η μαμά μου, βέβαια, λέει ότι ανανεώνεται όταν πηγαίνει στα μαγαζιά με την κάρτα του μπαμπά μου – είναι πολύ τυχερή η μαμά μου που δε χρειάζεται να περιμένει όλο το χρόνο για να ανανεωθεί τον Αύγουστο στις διακοπές όπως όλοι οι άλλοι.

Οι διακοπές μου αρέσουν όταν είναι μεγάλες. Σε αυτό συμφωνεί και η κυρία Βιβή, η γειτόνισσά μας, που λέει ότι, σε αντίθεση με κάτι άλλο, στις διακοπές το μέγεθος μετράει. Δεν ξέρω τι είναι αυτό το κάτι άλλο, αλλά η κυρία Βιβή αυτό το λέει μόνο όταν είναι και ο κύριος Παναγιώτης - ο άντρας της – μπροστά. Όταν ο κύριος Παναγιώτης λείπει και η κυρία Βιβή πίνει καφέ με τη μαμά μου και τις άλλες φίλες τους, λέει ότι το μέγεθος μετράει και σε αυτό το άλλο. Εγώ δεν καταλαβαίνω αλλά μου είπαν ότι θα καταλάβω όταν μεγαλώσω αν και δεν έχω ανάγκη εγώ, λένε, έχω να μοιάσω, φτου να μη με ματιάσουν.

Φέτος πήγαμε διακοπές στα ελληνικά νησιά. Δηλαδή πήγαμε σε ένα από αυτά και δεν πήγαμε σε όλα, γιατί είναι πάρα πολλά τα ελληνικά νησιά, τόσα πολλά που κανείς δεν ξέρει πόσα είναι ακριβώς, ούτε εγώ (που τα έκανα πέρσι στη γεωγραφία), ούτε ο κύριος Αβραμόπουλος (που όπως λέει ο μπαμπάς μου αν δεν ήταν αυτός δε θα πατούσε άνθρωπος φέτος στα νησιά), ούτε γενικότερα εμείς οι Έλληνες (που τα έχουμε), ούτε οι Τούρκοι (που δεν τα έχουν αλλά τα θέλουν), ούτε καν ο Νίκος κι η Ναζλί (που κάτι τέτοια τα ψάχνουνε εκεί στα σύνορα που ζούνε, αν και οι ίδιοι δε θέλουνε κανένα νησί, ούτε από τα δικά μας, ούτε από τα τούρκικα, γιατί οι δυο τους μαζί είναι ένα νησί μέσα στον ωκεανό της αγάπης, όπως λέει ο Γιάννης, η κομμώτρια της μαμάς μου).

Το νησί που επισκεφθήκαμε ήταν η Κάδος και μου άρεσε πάρα πολύ. Η Κάδος είναι νησί του Αιγαίου πελάγους. Άλλα νησιά εκεί κοντά είναι η Χοίρος, η Τσάρος, η Γάρος, η Μπάφος και η Αντίμπαφος. Η Κάδος είναι μεγάλο νησί και έχει πολλά μέρη να δεις και να γυρίσεις και ο μπαμπάς μου είπε ότι την Κάδο τη φχαριστιέσαι μόνο αν πηγαίνεις κάθε μέρα σε άλλο μέρος και σε άλλη παραλία. Για αυτό και εμείς κάτσαμε όλες τις μέρες στη Χώρα αλλά κάθε βράδυ συζητούσαμε που μπορούμε να πάμε την επόμενη, μέχρι που τελειώσανε οι μέρες των διακοπών και φύγαμε από τη Χώρα και την Κάδο γενικότερα. Την Κάδο πάντως πολύ τη φχαριστηθήκαμε.

Μένοντας στην Χώρα και στις κοντινές παραλίες χαρήκαμε πρώτα πρώτα το ξέγνοιαστο καλοκαιρινό μποτιλιάρισμα των ελληνικών νησιών γιατί παντού πηγαίναμε με το αυτοκίνητο, όπως και όλοι οι άλλοι που βρισκόταν στο νησί για διακοπές, αφού ο στόχος των διακοπών, λέει ο μπαμπάς μου, είναι να ξεσκάσεις, να φύγεις από την Αθήνα και να αφήσεις πίσω τη ζωή, τις συνήθειες και τη ρουτίνα της πόλης.

Έτσι ο μπαμπάς μου πήγαινε ακόμα και για εφημερίδα με το αυτοκίνητο «αφού το ‘χουμε που το ‘χουμε, μωρέ, που να πηγαίνω με τα πόδια τώρα, με τέτοια ζέστη» και γυρνούσε μετά από 45 λεπτά μούσκεμα στον ιδρώτα γιατί «σκατά έγινα μέχρι να παρκάρω με αυτή την κωλοζέστη, άσε που πάρκαρα στου διάολου τη μάνα, γιατί γινόταν της πουτάνας και νομίζω ότι έπαθα και ψύξη από το κωλο-αιρκοντίσιον» (ο μπαμπάς μου μπορεί να λέει τέτοιες λέξεις, εγώ όχι ακόμα).

Η μαμά μου πάλι λέει ότι «α κοίτα εγώ ΔΕΝ περπατάω!» και γκρινιάζει στον μπαμπά μου ότι όλα είναι μακριά και ότι πάντα παρκάρει πολύ μακριά ακόμα και αν ο μπαμπάς μου έχει παρκάρει στο μπαλκόνι μας, που λέει ο λόγος. Εγώ τη μαμά μου την καταλαβαίνω και έχει πολύ δίκιο να μη θέλει να περπατήσει όταν βγαίνουμε έξω και κυρίως στις διακοπές γιατί στο δρόμο για την παραλία δεν έχει βιτρίνες δεξιά κι αριστερά! Άσε που είναι ξενέρωτα και δεν είναι trendy όπως στο γυμναστήριο που πηγαίνει και πληρώνει ένα κάρο λεφτά για να τρέχει πάνω σε αυτό το πράγμα που έχουν στα αεροδρόμια για να φέρνει τις βαλίτσες.

Οι παραλίες μου άρεσαν κι αυτές πάρα πολύ. Βέβαια μάλλον ήμουν ο μόνος που είδα την παραλία και τη θάλασσα, έπαιξα με την άμμο, κολύμπησα, έφτιαξα πυργάκια και μίλησα με άλλα παιδάκια γιατί κανένας από τους μεγάλους δεν έβγαζε κουβέντα: οι μισοί κοιμότανε για ώρες με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά πάνω στις ξαπλώστρες (γιατί ο μπαμπάς μου είπε ότι είναι πολύ σημαντικό να ξεκολλήσουμε επιτέλους από τον καναπέ έστω και λίγες μέρες) και οι άλλοι μισοί διαβάζανε κάτι τεράστια βιβλία για κάποιο κώδικα.

Στην αρχή νόμισα ότι τα βιβλία τα δίνανε μαζί με τις ξαπλώστρες γιατί υπήρχαν περισσότεροι κώδικες από ότι ομπρέλες αλλά μετά η μαμά μου μού είπε ότι ο ευτυχώς ο κόσμος αρχίζει σιγά σιγά να καταλαβαίνει τη σημασία ενός καλού και ποιοτικού βιβλίου. Μετά έβγαλε το Cosmopolitan από την τσάντα της και διάβασε ενθουσιασμένη έγκυρες αναλύσεις και άρθρα όπως «Παντελόνια, σαλόνια και μπουλόνια – όλες οι τάσεις της μόδας για την Άνοιξη του 2028», «100 και ένας τρόποι για να κάθεστε στη λεκάνη της τουαλέτας χωρίς να κάνετε ρυτίδες», «Με τον πόνο, ξανανιώνω - 69 τρόποι να τον παίρνετε από πίσω και να φαίνεστε νεότερη» και «Όχι είπα ξείπα, μόνο πίπα – Πότε να τον αφήσεις να σου το βουλώσει». Μετά όλα αυτά τα συζήτησε και με τη φίλη της, η οποία διάβαζε ένα άλλο περιοδικό με τα ίδια ακριβώς άρθρα αλλά με άλλο τίτλο και άλλο δώρο.

Αυτή τη φίλη της μαμάς μου τη λένε Ιλιάνα και δεν ξέρω πως γράφεται το όνομα της για αυτό τα βάζω όλα γιώτα. Εγώ χάρηκα πάρα πολύ όταν γνώρισα την κ. Ιλιάνα γιατί ο μπαμπάς της νομίζω ότι είναι ο Όμηρος και είναι διάσημος και μας είπαν για αυτόν στον σχολείο, αλλά όταν το είπα αυτό στη μαμά μου μού είπε «όλο αηδίες είσαι, πάνε μέσα γρήγορα» και εγώ στενοχωρήθηκα πολύ και θα έβαζα τα κλάματα αλλά είμαι αγόρι και τα αγόρια δεν κλαίνε και είναι αδικία αυτό γιατί είναι ωραίο να κλαις – μετά χαλαρώνεις, νιώθεις καλύτερα, οι άλλοι σου κάνουν αγκαλίτσες και φυσικά γίνεται το δικό σου.

Η Ιλιάνα είναι το μισό από το φιλικό ζευγάρι με το οποίο κάναμε μαζί διακοπές. Το άλλο μισό ήταν ο Κωνσταντίνος, ο «φίλος της», όπως μας είπε, αλλά εγώ άκουσα που στην μαμά μου τον είπε «ο γκόμενος». Ο δικός μου φίλος είναι ο Γιωργάκης, που παίζουμε παρέα και καθόμαστε στο ίδιο θρανίο, αλλά δεν έχω καταλάβει αν πρέπει να τον λέω φίλο μου, όπως κάνω μέχρι τώρα ή γκόμενο. Ίσως πρέπει να τον λέω γκόμενο μόνο στη μαμά μου. Γενικά πάντως μου αρέσουν πολύ τα φιλικά ζευγάρια γιατί είναι… φιλικά! Δηλαδή μπορείς να τα χαϊδέψεις, να παίξεις μαζί τους και να τα ταΐσεις σε αντίθεση με τα εχθρικά ζευγάρια που σε δαγκώνουν. Πρέπει να είναι πολύ άσχημο να κάνεις διακοπές με ένα εχθρικό ζευγάρι και ήμασταν πολύ τυχεροί που το δικό μας ήταν φιλικό.

Κάθε βράδυ πηγαίναμε για φαγητό. Όλη η παρέα (δηλαδή ο μπαμπάς μου, η μαμά μου και το φιλικό ζευγάρι) συμφωνούσε ότι η Κάδος έχει καταπληκτικό φαγητό, γιατί εδώ ξέρουν και εκτιμούν το καλό φαγητό και είναι αλλιώς παιδί μου τα πράγματα στην επαρχία όχι όπως στην Αθήνα που δεν μπορείς να φας καλά και δεν το βρίσκεις αυτό το φαγητό. Το «παιδί μου» δεν το λέγανε σε μένα αλλά ο ένας στον άλλο, πράγμα που μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

Μετά τη συζήτηση για τη μοναδικότητα του φαγητού της Κάδου, ο μπαμπάς μου έλεγε στον κύριο με το μπλοκάκι που καθόταν όρθιος πάνω από το τραπέζι, να μας φέρει μπόλικες ποικιλίες με χοιρινές μπριζόλες, φιλέτα κοτόπουλο, πανσετούλες και κανένα μπιφτεκάκι για τον μικρό, πατάτες τηγανιτές, χωριάτικες σαλάτες, τζατζίκια και κανένα καλαμαράκι, να τσιμπάμε, γιατί τι στο καλό σε νησί είμαστε να μη φάμε και κανένα θαλασσινό χα, χα, χα και γελούσαν όλοι και πολύ το φχαριστιόμασταν και το εκτιμούσαμε που τρώγαμε τοπικές σπεσιαλιτέ και φαγητά που δεν τα βρίσκεις εύκολα στην Αθήνα.

Με όλο αυτό το φαγητό και τις υπέροχες παραλίες που ήμασταν όλη μέρα εγώ περνούσα καταπληκτικά και διασκέδαζα πάρα πολύ. Έτσι στενοχωρήθηκα όταν άκουσα το μπαμπά μου ένα βράδυ να λέει στην παρέα ότι «πρέπει να πάμε κάπου σήμερα να διασκεδάσουμε» γιατί κατάλαβα ότι μέχρι τότε δε διασκέδαζε. Από ότι φαίνεται κανένας από την παρέα δε διασκέδαζε μέχρι τότε, γιατί όλοι συμφωνήσανε αμέσως με το μπαμπά μου.

Αφού λοιπόν πήγαμε ως συνήθως στην ταβέρνα για φαγητό και φάγαμε κάτι ελαφρύ για να είμαστε χαλαροί για τη βραδινή διασκέδαση, όπως είπε η κ. Ιλιάνα, πληρώσαμε τα 237 ευρώ του λογαριασμού και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να πάμε να διασκεδάσουμε. Είναι κρίμα που δεν ήταν και η δασκάλα μου μαζί μας. Πολύ θα το χαιρότανε που πηγαίναμε αποκλειστικά και μόνο να διασκεδάσουμε γιατί συνέχεια μάς λέει ότι πρέπει να έχουμε στόχους στη ζωή μας. Ο μπαμπάς μου βέβαια που στην ταβέρνα ήπιε μόνο ενάμισι μπουκάλι κρασί γιατί «θα έχει και συνέχεια η βραδιά και καλύτερα να μη πιω» έβαλε με το αυτοκίνητο και άλλους στόχους, όπως μια γάτα, ένα μηχανάκι και μια γιαγιά, η οποία νομίζω ότι ήταν ο Νικοπολίδης μεταμφιεσμένος για να αποφεύγει τους φανς – έκανε μια θεαματική βουτιά ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και γλύτωσε.

Το μέρος που πήγαμε ήταν πολύ εντυπωσιακό! Από έξω είχε μια μεγάλη πινακίδα με το όνομα που δεν το θυμάμαι αλλά από ότι είπε η κυρία Ιλιάνα είναι «restaurant, bar, lounge, club». Εγώ δεν κατάλαβα τι ακριβώς είναι αυτό αλλά μάλλον σημαίνει έκθεση ή παζάρι αυτοκινήτου γιατί υπήρχαν πάνω από 700 αυτοκίνητα παρκαρισμένα ήδη και άλλα τόσα στην ουρά για να μπούνε. Ο κύριος Κωνσταντίνος είπε ότι τέτοια πήχτρα δεν έχει ούτε η Κηφισίας Δευτέρα πρωί και η μαμά μου συμπλήρωσε ότι έπρεπε να τα περιμένει κάτι τέτοια από το κράτος της Δεξιάς και ότι θα έρθουν και άλλα χειρότερα. Αυτό έκανε το μπαμπά μου να αφήσει το τιμόνι και να γυρίσει ολόκληρος πάνω στη θέση του οδηγού για να της πει τσατισμένος ότι είδαμε τι έκαναν και οι άλλοι που δείρανε τους συνταξιούχους και ξεφουσκώσανε τα λάστιχα των αγροτών και η κ. Ιλιάνα συμφώνησε λέγοντας ότι όντως αυτό το ευρώ μάς έχει γαμήσει.

Μετά από 45 λεπτά και ενώ ήταν φανερό ότι όλοι μέσα στο αυτοκίνητο διασκεδάζανε ήδη, φτάσαμε σχετικά κοντά στην είσοδο του μαγαζιού όπου ένας ευγενέστατος αλλά καταϊδρωμένος νεαρός με ένα «ρο» στην μπλούζα του μας υποδέχτηκε λέγοντας «Άστο αναμμένο και βγες». Ο μπαμπάς μου βγήκε αμέσως και μαζί και όλοι εμείς, αλλά μετά ξαναγύρισε γιατί είχε ξεχάσει το κινητό, τα τσιγάρα και το κομπολόι του στο ντουλαπάκι. Τελικά αναγκάστηκε να γυρίσει άλλες δύο φορές μέσα σε δύο λεπτά, μια για να πάρει το ζακετάκι της μαμάς μου, που είπε «ότι μια ψυχρούλα την έχει» και μια για να το αφήσει αφού «τελικά έκοψε το αεράκι».

Μέσα το μαγαζί ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό. Είχε πολλά φώτα, λευκά μπαρ, λευκές καρέκλες και λευκούς καναπέδες, τέσσερις χιλιάδες κόσμο που διασκέδαζε και ήταν όλοι ντυμένοι στα λευκά εκτός από δύο άντρες που φορούσαν ροζ και έναν που φορούσε άσπρα, και μερικές κοπέλες που φορούσαν πάλι ροζ και γενικά ήταν όλα λευκά όπως στις διαφημίσεις των απορρυπαντικών. Στη μια μεριά είχε στη σειρά πολλές μεγάλες τραπεζαρίες που επάνω είχαν κεριά, λουλούδια κάτι άλλα μπιχλιμπίδια και κάτι τεράστια άσπρα τρίγωνα πιάτα. Από όσο είδα τα πιάτα δεν είχανε μέσα κανονικό φαγητό αλλά από μια μεγάλη κουτσουλιά, το οποίο είναι μάλλον λογικό γιατί το μαγαζί ήταν ανοιχτό από πάνω και θα μπορούσανε άνετα τα πουλάκια να μπούνε και να κουτσουλίσουνε πάνω στα πιάτα. Η κ. Ιλιάνα ενθουσιάστηκε πάντως με τα τεράστια τρίγωνα πιάτα και είπε με βεβαιότητα ότι το φαγητό εδώ σίγουρα είναι καλό και πως πρέπει να έρθουμε κάποια στιγμή, πράγμα που δεν κατάλαβα γιατί ήμασταν ήδη εκεί, αν και όχι στις τραπεζαρίες.

Τελικά καθίσαμε σε κάτι καναπέδες κοντά στο μπαρ. Το φιλικό ζευγάρι κάθισε από τη μια μεριά και εμείς οι τρεις από την άλλη και είχαμε ανάμεσα μας ένα μεγάλο τραπέζι. Η μουσική ήταν αρκετά δυνατά οπότε όταν η κ. Ιλιάνα ρώτησε «τι θα πιούμε;» ο κύριος Κωνσταντίνος της είπε «αμάν πια με αυτά τα τρίγωνα πιάτα», ο μπαμπάς μου συμφώνησε ότι «είναι όντως ωραίο το μαγαζί» και η μαμά μου ότι «αχ, τελικά έπρεπε να το πάρω το ζακετάκι, φυσάει πάλι». Όλοι χαμογελούσανε και ήταν φανερό ότι διασκεδάζανε πάρα πολύ και ήμουν πολύ περήφανος για τον μπαμπά μου που είχε προτείνει να βγούμε επιτέλους να διασκεδάσουμε.

Εγώ πάλι δε συμμετείχα στη συζήτηση των μεγάλων, γιατί λέγανε πράγματα για μεγάλους, όπως το πόσο σημαντικό είναι να ξεφεύγεις στις διακοπές σου από όσα κάνεις στην πόλη και ότι το νησί είναι άλλο πράγμα, καθαρίζει το μυαλό σου και ξεκουράζεται το μάτι σου, το οποίο δεν το κατάλαβα γιατί εκείνη την ώρα μας χτυπούσαν κάτι φώτα που αναβοσβήνανε και κάτι χρωματιστές ακτίνες σαν τα όπλα στον πόλεμο των άστρων που είδα με το μπαμπά μου στο σινεμά.

Διασκέδαζα όμως πολύ με τα τραγούδια, γιατί τα ήξερα όλα: έπαιζε τα ίδια τραγούδια που παίζει και στο ασανσέρ της πολυκατοικίας μας αν και μερικά τα ήξερα από το CD που παίζει στο super market που πάμε και ψωνίζουμε με τη μαμά μου. Μάλλον και οι υπόλοιποι που διασκέδαζαν στο μαγαζί αυτό έχουν ίδια ασανσέρ στα σπίτια τους γιατί όλοι ανοιγοκλείνανε λίγο τα στόματα τους σα να τα τραγουδάνε. Ήταν εκπληκτικά και πάρα πολύ το χαιρόμουνα που διασκεδάζαμε όλοι τόσο πολύ στις διακοπές μας.

Τα τραγούδια αυτά αν και τα ξέρω δε μου αρέσουν πάρα πολύ γιατί είναι ξένα και δεν καταλαβαίνω τι λένε. Οπότε άρχισα να νυστάζω και σταύρωσα τα χέρια μου και ξάπλωσα πάνω στο τραπέζι. Τότε έγινε κάτι εκπληκτικό: άρχισε να παίζει το «Γιου αρ μάι ουάν, μάι νάμπερ ουάν» (που είναι το αγαπημένο μου ελληνικό τραγούδι) με αποτέλεσμα ο κόσμος που ήταν μέσα στο μαγαζί να αρχίσει να ουρλιάζει και να χορεύει, η κυρία Ιλιάνα να ανέβει στο τραπέζι και ο μπαμπάς μου να φωνάζει «Αααα ρε, άμα δε βάλει ελληνικά ο κόσμος κέφι δεν κάνει», «γεια σου Ελενάρα» και «δε βάλατε μυαλό, δε βάλατε μυαλό, πίπα στη Γιουροβίζιον και στο Ευρωπαϊκό». Κάπου εκεί ξύπνησα γιατί δίπλα στο κεφάλι μου ήταν τα πόδια της κυρίας Ιλιάνας τα οποία είχαν κόκκινα νύχια και μύριζαν άσχημα.

Το κέφι κράτησε μέχρι που άρχισε να ξημερώνει και αφού είχαμε διασκεδάσει τόσο πολύ αποφασίσαμε να φύγουμε. Κάναμε όμως περίπου 40 λεπτά να βγούμε από το μαγαζί γιατί ο κόσμος ήταν πάρα πολύς και ο ένας πάνω στον άλλο, όπως στο λεωφορείο κάτι μεσημέρια στην Αθήνα. Βέβαια σε αυτά τα 40 λεπτά μέχρι την έξοδο η μαμά μου είχε ενθουσιαστεί και έλεγε συνεχώς πως «είναι super, είναι super», που φαντάζομαι σημαίνει ότι «δεν υπάρχει κράτος» γιατί αυτό έλεγε μια φορά που πήραμε το λεωφορείο στην Αθήνα όταν ήταν το αυτοκίνητό της στο συνεργείο.

Στο δρόμο για το σπίτι η μαμά είπε ότι η μουσική και το μαγαζί γενικότερα ήταν ίδια με το μαγαζί που πήγε με κάτι φίλες στην Αθήνα δυο μέρες πριν πάμε διακοπές, η κυρία Ιλιάνα ότι είχε να πιει τόσο από το προηγούμενο Σάββατο που είχε πάει στα μπουζούκια, ο μπαμπάς ότι χάρηκε πάρα πολύ που όλο το βράδυ αντάλλασε μηνύματα στο κινητό με τον προϊστάμενό του που έκανε και αυτός διακοπές σε άλλο νησί και ο κύριος Κωνσταντίνος ότι η διπλανή παρέα στους καναπέδες ήταν όλοι συνάδελφοί του και κάποιοι ανταγωνιστές και γενικά όλοι ήταν ενθουσιασμένοι που βρήκαν επιτέλους την ευκαιρία στις διακοπές να ξεφύγουν από την ρουτίνα, να αλλάξουν παραστάσεις και να ξεχάσουν τη δουλειά και την πόλη και φυσικά ότι χρόνια είχαν να διασκεδάσουν τόσο.

Μετά από μια βδομάδα η άδειες του μπαμπά και της μαμάς και του φιλικού ζευγαριού τελειώσανε και έπρεπε να φύγουμε πράγμα που τους στεναχώρησε όλους γιατί θα γυρνούσανε πάλι «στα ίδια και στα ίδια».

Την ημέρα της επιστροφής το πλοίο για να γυρίσουμε πίσω είχε καθυστέρηση. Έτσι μετά από λίγη ώρα αναμονής ο μπαμπάς μου με κάτι άλλους αρχίσανε να φωνάζουν δεξιά και αριστερά και να ρωτάνε «τι θα γίνει με αυτή τη σκυλοπνίχτρα, θα έρθει καμιά φορά;», «πόσο θα τραβήξει αυτή η ταλαιπωρία», «νομίζετε ότι είμαστε μαλάκες;» και «μα για το Θεό δεν υπάρχει ένας υπεύθυνος να μας ενημερώσει;». Νομίζω ότι ο μπαμπάς μου είχε δίκιο γιατί αν ρωτάς αν είσαι μαλάκας, είναι σημαντικό να σε ενημερώσει κάποιος υπεύθυνος για να ξέρεις και εσύ τι γίνεται, όπως όταν η μαμά μου ρωτάει το μπαμπά «νομίζεις ότι έχω παχύνει;» και περιμένει μια σοβαρή και ειλικρινή απάντηση. Η μαμά πάλι φώναζε πως «έχουμε μικρά παιδιά εδώ» πράγμα που δεν ήταν αλήθεια γιατί εγώ είχα φύγει και έπαιζα με κάτι άλλα παιδάκια στην προκυμαία και περνούσα πολύ ωραία και ήθελα να αργήσει πολύ το πλοίο, γιατί δεν ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα αφού στο νησί ήταν πιο ωραία.

Τελικά όταν ήρθε το πλοίο όλοι οι μεγάλοι που, όπως λέγανε μεταξύ τους όση ώρα περιμένανε ηρεμήσανε, χαλαρώσανε, ανανεωθήκανε και ξεκουραστήκανε στις διακοπές, το ρίξανε στο χαβαλέ και στα παιχνίδια, φαντάζομαι από την πολλή χαλάρωση. Έτσι κάνανε αγώνα δρόμου μαζί με πάλη για το ποιος θα μπει πρώτος στο πλοίο, το οποίο δεν είναι τόσο εύκολο παιχνίδι όσο ακούγεται γιατί παίζουνε πάρα πολλά άτομα μαζί και κουβαλάνε μάλιστα και βαλίτσες. Μέσα στο πλοίο παίξανε ένα άλλο παιχνίδι που πρέπει να πας και να κάτσεις σε μια θέση πριν σε προλάβει κάποιος άλλος. Αυτό το παιχνίδι είναι μια παραλλαγή του παιχνιδιού "μουσικές καρέκλες" μόνο που δεν περιμένεις να σταματήσει η μουσική για να κάτσεις και μπορείς να πιάσεις παραπάνω από μία καρέκλες ή καναπέδες χρησιμοποιώντας ότι θέλεις εσύ - την εφημερίδα, το μπουφάν, τη βαλίτσα, την πεθερά κλπ. Ήταν τρομερά παιχνίδια, είναι απίστευτοι οι μεγάλοι όταν χαλαρώνουν και είναι κρίμα που είναι έτσι μόνο μετά από τις διακοπές και δεν παίζουν και το χειμώνα στην πόλη!

Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική, δημιούργημα του παιδικού μου μυαλού. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, τόπους, καταστάσεις, γεγονότα κλπ είναι εντελώς συμπωματική.