27.7.05

Κάνε κάτι λοιπόν να χάσω το τραίνο...

Να τη πάλι εκείνη η ρημάδα η εποχή που στα καλά του καθουμένου αρχίζουν οι στεναχώριες. Μέσα στο κατακαλόκαιρο (τρόπος του λέγειν εδώ στη Σκωτία), when the livin’ is easy, έρχεται το άλλο το λίβιν’, εκείνο με τα δυο φωνήεντα, το «e» και το «a» ανάμεσα.

Και όταν έχεις δυο φωνήεντα μέσα στη μέση μαζί αγκαλιασμένα ή για πολύ καλό θα είναι ή για πολύ κακό. Μπορεί πάλι να είναι και το ίδιο πράγμα αφού κατά πως λένε «γάμος δίχως δάκρια και κηδεία χωρίς γέλια δε γίνεται». Φτου φτου κουνιέμαι από τη θέση μου (και είναι περιστρεφόμενη η καρέκλα και θα γίνω δερβίσης) κηδείες δεν έχουμε – ήμαρτον δηλαδή.

Αλλά να, είναι που θα φύγουν όλοι πάλι ένας ένας – πριν λίγο χαιρετίσαμε τον πρώτο, γεια χαρά σου Andreyi, καλό σου ταξίδι καθαρέ Ουκρανέ, τις αστραπές μη τις φοβάσαι – και με πιάνουν αυτά τα μυστήρια, τα εσωτερικά, τα υπαρξιακά μου.

Γνωρίζεις κόσμο, δένεσαι με ανθρώπους (από το να δένεσαι με σχοινιά και αλυσίδες βέβαια μάλλον είναι καλύτερο) και μετά από λιγότερο από δώδεκα μήνες τσουπ... αντίο! Είναι ζόρικο, το γαμημένο, όπως και να το κάνουμε.

[Επιτρέψτε μου μια παρένθεση εδώ για να κατατοπιστούν και οι φίλοι που δεν πέρασαν από τα θρανία και τα έδρανα του Στέρλινγκ. Εδώ λοιπόν ο περισσότερος κόσμος έρχεται για μεταπτυχιακές σπουδές, κυρίως δε για MSc. Η διάρκεια αυτού του πράγματος είναι ένας χρόνος, από Σεπτέμβρη μέχρι Αύγουστο και στο τέλος αυτής της περιόδου σχεδόν όλοι πάνε από εκεί που ήρθανε, δηλαδή πίσω στην Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Γαλλία, Καναδά, Νορβηγία, Ουκρανία, Ρωσία, Κίνα, Αφρική και όπου αλλού μπορείτε να φανταστείτε. Όταν όλοι αυτοί γνωρίζονται, ξεκινώντας από το μηδέν, στην αρχή του χρόνου δε φαντάζονται ότι μετά από λίγους μήνες θα εξελιχθούν τα πράγματα έτσι όπως τελικά εξελίσσονται. Το αυτό φαντάζομαι πως δε συμβαίνει μόνο εδώ αλλά και αλλού, αλλά anyway... Να κλίσει η παρένθεση ή μάλλον η αγκύλη ή ότι τέλος πάντων ήταν αυτή η μαλακία.]

Και άντε εγώ τα ξαναπέρασα και λέω (στον εαυτό μου βασικά) ότι είμαι πλέον κάτι σαν τους γιατρούς. Ξέρετε τώρα, πας με τα έντερα στο χέρι, ψελλίζεις ένα «γιατρέ πεθαίνω» και ο γιατρός, που σε κοιτάζει με το ίδιο βλέμμα που θα είχε και αν έβλεπε μια στάση λεωφορείου, απαντάει «περιμένετε» και γυρνώντας στο συνάδελφό του, ρωτάει: «τελικά την Αιντχόβεν στο 146, την έπαιξες άσσο;».

Αλλά όσο και να λες τα ξαναέζησα, πάλι εκείνο το γαμημένο το σφίξιμο σου έρχεται, σα να θες να χέσεις αλλά να ‘χεις στουμπώσει ένα πράγμα, μόνο που εδώ δεν είναι το πεπτικό που ζορίζεται, είναι άλλο σύστημα, πιο περίπλοκο.

Ζορίζομαι ακόμα που βλέπω τα παιδιά του MSc να χαιρετούν τους φίλους τους, ενώ ετοιμάζονται να φύγουν και οι ίδιοι. Αγκαλιές και βουρκωμένα μάτια. Χαιρετάς τον φίλο και στο πρόσωπό του χαιρετάς τον ίδιο σου τον εαυτό. Για την ακρίβεια το κομμάτι εκείνο του εαυτό σου το φοιτητικό, το ανέμελο, το ξέγνοιαστο. Χαιρετάς έναν εδεμικό νεανικό χρόνο. Ίσως τον τελευταίο.

Από Σεπτέμβρη επανένταξη σε μια ζωή που έχεις (ξε)χάσει τους ρυθμούς της, ψάξιμο για δουλειά, για ένα Που-Σου-Κου έξω, για χρήματα, για ελεύθερο χρόνο. Από εκεί που το πρόβλημα σου ήταν πόσα ml είναι το ποτό στις Σκωτσέζικες pub, τώρα είναι πόσους θα πάρουν με τον ΑΣΕΠ. Είναι ζόρικο, όπως και να το κάνουμε.

[Ανοίγω κι άλλη παρένθεση: Γύρισα στην Ελλάδα τον Ιούνιο και τρόμαξα! Το μόνο που είδα ήταν μιζέρια. Και μη μου το πάτε στα πολιτικά. Κοινωνικό και προσωπικό του καθενός είναι το πρόβλημα. Βόλτες και καφέδες και ποτάκια και μπαρ και ξενύχτια και διακοπές σε ωραίες παραλίες, δε λέω, αλλά ένιωσα ότι ο κόσμος σταμάτησε να ονειρεύεται. Για το Θεό ακόμα δεν πατήσαμε τα τριάντα, τι γίνανε τα όνειρα; Και μη μου πείτε «Καραλάζε είσαι ακόμα φοιτητής, έλα εδώ και τα λέμε» γιατί αυτό ακριβώς λέω! Το ότι, όπως είναι φυσικό, πρέπει να μπεις σε κάποια φάση στην παραγωγική διαδικασία, στην εργασία από πότε σημαίνει ότι τα όνειρα γίνονται «πρέπει». Πρέπει να πάρω αύξηση, πρέπει να βρω καλύτερη δουλειά, πρέπει να βγω έξω την Παρασκευή το βράδυ (μέχρι αργά), πρέπει να πάω τριήμερο, πρέπει να πάω διακοπές, πρέπει να βρω γκόμενο/α, πρέπει να έχω μια καλή (αυτό είναι το καλύτερο) σχέση. Αλλά ξέχασα τώρα έχετε τα εργασιακά. Πανό βλέπω, οράματα πάλι... Ας κλίσει κι αυτή η παρένθεση, ας πάει και το παλιάμπελο.]

Και για να τελειώνω με τα ζόρια, είναι και ζόρικο και για εμάς τους λίγους που μένουμε πίσω ή για αυτούς που πάνε αλλού, μακριά από τους υπόλοιπους (by the way: Σοφιάνα καλή τύχη στο νέο ξεκίνημα). Αντιγράφω από κάποιο blog (της Σοφίας νομίζω, έχω χάσει τη διεύθυνση, ας με συγχωρήσει) «οι καλοί μου φίλοι είναι στην Ελλάδα. Τους στριμώχνω όλους σε καφέδες και ποτάκια στις διακοπές. Και αυτό πονάει».

Αυτό που με βοηθάει είναι όταν το βλέπω από την άλλη πλευρά, εκείνο που λένε το ποτήρι μισογεμάτο. Μου έλεγε ο Jorge νωρίτερα ότι μετά από τέτοια εμπειρία είναι σα να έχεις ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς σου σπαρμένο σε όλο τον κόσμο. Έτσι είναι. Και είναι σπουδαίο αυτό. Κάθε χρόνο ο κόσμος γίνεται μικρότερος. Και η contact list με τα email μεγαλύτερη αλλά και πιο όμορφη. Γιατί δεν έχει μόνο ονόματα με παπάκια, αλλά έχει στιγμές και προσωπικότητες, είναι μια μεγάλη λίμνη που τα παπάκια κολυμπάνε (αν και από μακριά) παρέα.

Σας το είπα από την αρχή, με πιάσανε τα μυστήρια μου. Είμαι σε ένα περίεργο mood αυτές τις ημέρες. Σα να περιμένω περίοδο ένα πράγμα (μα να μη μου στρώνει το μαλλί;). Συγχωρήστε με λοιπόν για τα ψυχοπλακωτικά και υπομονή μέχρι να μου ‘ρθει (αν και εμείς οι άντρες ταλαιπωρούμαστε με την περίοδο γιατί, σε αντίθεση με τις γυναίκες, δε μας έρχεται ποτέ)!

Σας φιλώ όλους γλυκά και ελπίζω να σας δω σύντομα
Βασίλης

ΥΓ Ότι έγραψα ήταν ψέματα – πατήστε delete τώρα. Είναι που βαριέμαι και… πρέπει να (ξανα) πάω διακοπές. Το επόμενο email υπόσχομαι να έχει... πλάκα.