12.9.05

Πως πέρασα στις καλοκαιρινές μου διακοπές

Το παρακάτω είναι η πρώτη μου έκθεση για τη νέα σχολική χρόνια. Για να μαθαίνουν οι παλιοί και να θυμούνται οι νεότεροι...

Οι διακοπές μου αρέσουν πολύ. Νομίζω μάλιστα ότι μου αρέσουν πάρα πολύ! Οι διακοπές είναι ωραίες γιατί εμείς τα παιδιά δεν έχουμε σχολείο και οι μεγάλοι δεν έχουνε δουλειά και όλοι ξεκουράζονται, ξεχνάνε τη ρουτίνα και τη ζωή της πόλης, περνάνε όμορφα και είναι χαρούμενοι και στο τέλος ανανεώνονται κιόλας. Η μαμά μου, βέβαια, λέει ότι ανανεώνεται όταν πηγαίνει στα μαγαζιά με την κάρτα του μπαμπά μου – είναι πολύ τυχερή η μαμά μου που δε χρειάζεται να περιμένει όλο το χρόνο για να ανανεωθεί τον Αύγουστο στις διακοπές όπως όλοι οι άλλοι.

Οι διακοπές μου αρέσουν όταν είναι μεγάλες. Σε αυτό συμφωνεί και η κυρία Βιβή, η γειτόνισσά μας, που λέει ότι, σε αντίθεση με κάτι άλλο, στις διακοπές το μέγεθος μετράει. Δεν ξέρω τι είναι αυτό το κάτι άλλο, αλλά η κυρία Βιβή αυτό το λέει μόνο όταν είναι και ο κύριος Παναγιώτης - ο άντρας της – μπροστά. Όταν ο κύριος Παναγιώτης λείπει και η κυρία Βιβή πίνει καφέ με τη μαμά μου και τις άλλες φίλες τους, λέει ότι το μέγεθος μετράει και σε αυτό το άλλο. Εγώ δεν καταλαβαίνω αλλά μου είπαν ότι θα καταλάβω όταν μεγαλώσω αν και δεν έχω ανάγκη εγώ, λένε, έχω να μοιάσω, φτου να μη με ματιάσουν.

Φέτος πήγαμε διακοπές στα ελληνικά νησιά. Δηλαδή πήγαμε σε ένα από αυτά και δεν πήγαμε σε όλα, γιατί είναι πάρα πολλά τα ελληνικά νησιά, τόσα πολλά που κανείς δεν ξέρει πόσα είναι ακριβώς, ούτε εγώ (που τα έκανα πέρσι στη γεωγραφία), ούτε ο κύριος Αβραμόπουλος (που όπως λέει ο μπαμπάς μου αν δεν ήταν αυτός δε θα πατούσε άνθρωπος φέτος στα νησιά), ούτε γενικότερα εμείς οι Έλληνες (που τα έχουμε), ούτε οι Τούρκοι (που δεν τα έχουν αλλά τα θέλουν), ούτε καν ο Νίκος κι η Ναζλί (που κάτι τέτοια τα ψάχνουνε εκεί στα σύνορα που ζούνε, αν και οι ίδιοι δε θέλουνε κανένα νησί, ούτε από τα δικά μας, ούτε από τα τούρκικα, γιατί οι δυο τους μαζί είναι ένα νησί μέσα στον ωκεανό της αγάπης, όπως λέει ο Γιάννης, η κομμώτρια της μαμάς μου).

Το νησί που επισκεφθήκαμε ήταν η Κάδος και μου άρεσε πάρα πολύ. Η Κάδος είναι νησί του Αιγαίου πελάγους. Άλλα νησιά εκεί κοντά είναι η Χοίρος, η Τσάρος, η Γάρος, η Μπάφος και η Αντίμπαφος. Η Κάδος είναι μεγάλο νησί και έχει πολλά μέρη να δεις και να γυρίσεις και ο μπαμπάς μου είπε ότι την Κάδο τη φχαριστιέσαι μόνο αν πηγαίνεις κάθε μέρα σε άλλο μέρος και σε άλλη παραλία. Για αυτό και εμείς κάτσαμε όλες τις μέρες στη Χώρα αλλά κάθε βράδυ συζητούσαμε που μπορούμε να πάμε την επόμενη, μέχρι που τελειώσανε οι μέρες των διακοπών και φύγαμε από τη Χώρα και την Κάδο γενικότερα. Την Κάδο πάντως πολύ τη φχαριστηθήκαμε.

Μένοντας στην Χώρα και στις κοντινές παραλίες χαρήκαμε πρώτα πρώτα το ξέγνοιαστο καλοκαιρινό μποτιλιάρισμα των ελληνικών νησιών γιατί παντού πηγαίναμε με το αυτοκίνητο, όπως και όλοι οι άλλοι που βρισκόταν στο νησί για διακοπές, αφού ο στόχος των διακοπών, λέει ο μπαμπάς μου, είναι να ξεσκάσεις, να φύγεις από την Αθήνα και να αφήσεις πίσω τη ζωή, τις συνήθειες και τη ρουτίνα της πόλης.

Έτσι ο μπαμπάς μου πήγαινε ακόμα και για εφημερίδα με το αυτοκίνητο «αφού το ‘χουμε που το ‘χουμε, μωρέ, που να πηγαίνω με τα πόδια τώρα, με τέτοια ζέστη» και γυρνούσε μετά από 45 λεπτά μούσκεμα στον ιδρώτα γιατί «σκατά έγινα μέχρι να παρκάρω με αυτή την κωλοζέστη, άσε που πάρκαρα στου διάολου τη μάνα, γιατί γινόταν της πουτάνας και νομίζω ότι έπαθα και ψύξη από το κωλο-αιρκοντίσιον» (ο μπαμπάς μου μπορεί να λέει τέτοιες λέξεις, εγώ όχι ακόμα).

Η μαμά μου πάλι λέει ότι «α κοίτα εγώ ΔΕΝ περπατάω!» και γκρινιάζει στον μπαμπά μου ότι όλα είναι μακριά και ότι πάντα παρκάρει πολύ μακριά ακόμα και αν ο μπαμπάς μου έχει παρκάρει στο μπαλκόνι μας, που λέει ο λόγος. Εγώ τη μαμά μου την καταλαβαίνω και έχει πολύ δίκιο να μη θέλει να περπατήσει όταν βγαίνουμε έξω και κυρίως στις διακοπές γιατί στο δρόμο για την παραλία δεν έχει βιτρίνες δεξιά κι αριστερά! Άσε που είναι ξενέρωτα και δεν είναι trendy όπως στο γυμναστήριο που πηγαίνει και πληρώνει ένα κάρο λεφτά για να τρέχει πάνω σε αυτό το πράγμα που έχουν στα αεροδρόμια για να φέρνει τις βαλίτσες.

Οι παραλίες μου άρεσαν κι αυτές πάρα πολύ. Βέβαια μάλλον ήμουν ο μόνος που είδα την παραλία και τη θάλασσα, έπαιξα με την άμμο, κολύμπησα, έφτιαξα πυργάκια και μίλησα με άλλα παιδάκια γιατί κανένας από τους μεγάλους δεν έβγαζε κουβέντα: οι μισοί κοιμότανε για ώρες με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά πάνω στις ξαπλώστρες (γιατί ο μπαμπάς μου είπε ότι είναι πολύ σημαντικό να ξεκολλήσουμε επιτέλους από τον καναπέ έστω και λίγες μέρες) και οι άλλοι μισοί διαβάζανε κάτι τεράστια βιβλία για κάποιο κώδικα.

Στην αρχή νόμισα ότι τα βιβλία τα δίνανε μαζί με τις ξαπλώστρες γιατί υπήρχαν περισσότεροι κώδικες από ότι ομπρέλες αλλά μετά η μαμά μου μού είπε ότι ο ευτυχώς ο κόσμος αρχίζει σιγά σιγά να καταλαβαίνει τη σημασία ενός καλού και ποιοτικού βιβλίου. Μετά έβγαλε το Cosmopolitan από την τσάντα της και διάβασε ενθουσιασμένη έγκυρες αναλύσεις και άρθρα όπως «Παντελόνια, σαλόνια και μπουλόνια – όλες οι τάσεις της μόδας για την Άνοιξη του 2028», «100 και ένας τρόποι για να κάθεστε στη λεκάνη της τουαλέτας χωρίς να κάνετε ρυτίδες», «Με τον πόνο, ξανανιώνω - 69 τρόποι να τον παίρνετε από πίσω και να φαίνεστε νεότερη» και «Όχι είπα ξείπα, μόνο πίπα – Πότε να τον αφήσεις να σου το βουλώσει». Μετά όλα αυτά τα συζήτησε και με τη φίλη της, η οποία διάβαζε ένα άλλο περιοδικό με τα ίδια ακριβώς άρθρα αλλά με άλλο τίτλο και άλλο δώρο.

Αυτή τη φίλη της μαμάς μου τη λένε Ιλιάνα και δεν ξέρω πως γράφεται το όνομα της για αυτό τα βάζω όλα γιώτα. Εγώ χάρηκα πάρα πολύ όταν γνώρισα την κ. Ιλιάνα γιατί ο μπαμπάς της νομίζω ότι είναι ο Όμηρος και είναι διάσημος και μας είπαν για αυτόν στον σχολείο, αλλά όταν το είπα αυτό στη μαμά μου μού είπε «όλο αηδίες είσαι, πάνε μέσα γρήγορα» και εγώ στενοχωρήθηκα πολύ και θα έβαζα τα κλάματα αλλά είμαι αγόρι και τα αγόρια δεν κλαίνε και είναι αδικία αυτό γιατί είναι ωραίο να κλαις – μετά χαλαρώνεις, νιώθεις καλύτερα, οι άλλοι σου κάνουν αγκαλίτσες και φυσικά γίνεται το δικό σου.

Η Ιλιάνα είναι το μισό από το φιλικό ζευγάρι με το οποίο κάναμε μαζί διακοπές. Το άλλο μισό ήταν ο Κωνσταντίνος, ο «φίλος της», όπως μας είπε, αλλά εγώ άκουσα που στην μαμά μου τον είπε «ο γκόμενος». Ο δικός μου φίλος είναι ο Γιωργάκης, που παίζουμε παρέα και καθόμαστε στο ίδιο θρανίο, αλλά δεν έχω καταλάβει αν πρέπει να τον λέω φίλο μου, όπως κάνω μέχρι τώρα ή γκόμενο. Ίσως πρέπει να τον λέω γκόμενο μόνο στη μαμά μου. Γενικά πάντως μου αρέσουν πολύ τα φιλικά ζευγάρια γιατί είναι… φιλικά! Δηλαδή μπορείς να τα χαϊδέψεις, να παίξεις μαζί τους και να τα ταΐσεις σε αντίθεση με τα εχθρικά ζευγάρια που σε δαγκώνουν. Πρέπει να είναι πολύ άσχημο να κάνεις διακοπές με ένα εχθρικό ζευγάρι και ήμασταν πολύ τυχεροί που το δικό μας ήταν φιλικό.

Κάθε βράδυ πηγαίναμε για φαγητό. Όλη η παρέα (δηλαδή ο μπαμπάς μου, η μαμά μου και το φιλικό ζευγάρι) συμφωνούσε ότι η Κάδος έχει καταπληκτικό φαγητό, γιατί εδώ ξέρουν και εκτιμούν το καλό φαγητό και είναι αλλιώς παιδί μου τα πράγματα στην επαρχία όχι όπως στην Αθήνα που δεν μπορείς να φας καλά και δεν το βρίσκεις αυτό το φαγητό. Το «παιδί μου» δεν το λέγανε σε μένα αλλά ο ένας στον άλλο, πράγμα που μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

Μετά τη συζήτηση για τη μοναδικότητα του φαγητού της Κάδου, ο μπαμπάς μου έλεγε στον κύριο με το μπλοκάκι που καθόταν όρθιος πάνω από το τραπέζι, να μας φέρει μπόλικες ποικιλίες με χοιρινές μπριζόλες, φιλέτα κοτόπουλο, πανσετούλες και κανένα μπιφτεκάκι για τον μικρό, πατάτες τηγανιτές, χωριάτικες σαλάτες, τζατζίκια και κανένα καλαμαράκι, να τσιμπάμε, γιατί τι στο καλό σε νησί είμαστε να μη φάμε και κανένα θαλασσινό χα, χα, χα και γελούσαν όλοι και πολύ το φχαριστιόμασταν και το εκτιμούσαμε που τρώγαμε τοπικές σπεσιαλιτέ και φαγητά που δεν τα βρίσκεις εύκολα στην Αθήνα.

Με όλο αυτό το φαγητό και τις υπέροχες παραλίες που ήμασταν όλη μέρα εγώ περνούσα καταπληκτικά και διασκέδαζα πάρα πολύ. Έτσι στενοχωρήθηκα όταν άκουσα το μπαμπά μου ένα βράδυ να λέει στην παρέα ότι «πρέπει να πάμε κάπου σήμερα να διασκεδάσουμε» γιατί κατάλαβα ότι μέχρι τότε δε διασκέδαζε. Από ότι φαίνεται κανένας από την παρέα δε διασκέδαζε μέχρι τότε, γιατί όλοι συμφωνήσανε αμέσως με το μπαμπά μου.

Αφού λοιπόν πήγαμε ως συνήθως στην ταβέρνα για φαγητό και φάγαμε κάτι ελαφρύ για να είμαστε χαλαροί για τη βραδινή διασκέδαση, όπως είπε η κ. Ιλιάνα, πληρώσαμε τα 237 ευρώ του λογαριασμού και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να πάμε να διασκεδάσουμε. Είναι κρίμα που δεν ήταν και η δασκάλα μου μαζί μας. Πολύ θα το χαιρότανε που πηγαίναμε αποκλειστικά και μόνο να διασκεδάσουμε γιατί συνέχεια μάς λέει ότι πρέπει να έχουμε στόχους στη ζωή μας. Ο μπαμπάς μου βέβαια που στην ταβέρνα ήπιε μόνο ενάμισι μπουκάλι κρασί γιατί «θα έχει και συνέχεια η βραδιά και καλύτερα να μη πιω» έβαλε με το αυτοκίνητο και άλλους στόχους, όπως μια γάτα, ένα μηχανάκι και μια γιαγιά, η οποία νομίζω ότι ήταν ο Νικοπολίδης μεταμφιεσμένος για να αποφεύγει τους φανς – έκανε μια θεαματική βουτιά ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και γλύτωσε.

Το μέρος που πήγαμε ήταν πολύ εντυπωσιακό! Από έξω είχε μια μεγάλη πινακίδα με το όνομα που δεν το θυμάμαι αλλά από ότι είπε η κυρία Ιλιάνα είναι «restaurant, bar, lounge, club». Εγώ δεν κατάλαβα τι ακριβώς είναι αυτό αλλά μάλλον σημαίνει έκθεση ή παζάρι αυτοκινήτου γιατί υπήρχαν πάνω από 700 αυτοκίνητα παρκαρισμένα ήδη και άλλα τόσα στην ουρά για να μπούνε. Ο κύριος Κωνσταντίνος είπε ότι τέτοια πήχτρα δεν έχει ούτε η Κηφισίας Δευτέρα πρωί και η μαμά μου συμπλήρωσε ότι έπρεπε να τα περιμένει κάτι τέτοια από το κράτος της Δεξιάς και ότι θα έρθουν και άλλα χειρότερα. Αυτό έκανε το μπαμπά μου να αφήσει το τιμόνι και να γυρίσει ολόκληρος πάνω στη θέση του οδηγού για να της πει τσατισμένος ότι είδαμε τι έκαναν και οι άλλοι που δείρανε τους συνταξιούχους και ξεφουσκώσανε τα λάστιχα των αγροτών και η κ. Ιλιάνα συμφώνησε λέγοντας ότι όντως αυτό το ευρώ μάς έχει γαμήσει.

Μετά από 45 λεπτά και ενώ ήταν φανερό ότι όλοι μέσα στο αυτοκίνητο διασκεδάζανε ήδη, φτάσαμε σχετικά κοντά στην είσοδο του μαγαζιού όπου ένας ευγενέστατος αλλά καταϊδρωμένος νεαρός με ένα «ρο» στην μπλούζα του μας υποδέχτηκε λέγοντας «Άστο αναμμένο και βγες». Ο μπαμπάς μου βγήκε αμέσως και μαζί και όλοι εμείς, αλλά μετά ξαναγύρισε γιατί είχε ξεχάσει το κινητό, τα τσιγάρα και το κομπολόι του στο ντουλαπάκι. Τελικά αναγκάστηκε να γυρίσει άλλες δύο φορές μέσα σε δύο λεπτά, μια για να πάρει το ζακετάκι της μαμάς μου, που είπε «ότι μια ψυχρούλα την έχει» και μια για να το αφήσει αφού «τελικά έκοψε το αεράκι».

Μέσα το μαγαζί ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό. Είχε πολλά φώτα, λευκά μπαρ, λευκές καρέκλες και λευκούς καναπέδες, τέσσερις χιλιάδες κόσμο που διασκέδαζε και ήταν όλοι ντυμένοι στα λευκά εκτός από δύο άντρες που φορούσαν ροζ και έναν που φορούσε άσπρα, και μερικές κοπέλες που φορούσαν πάλι ροζ και γενικά ήταν όλα λευκά όπως στις διαφημίσεις των απορρυπαντικών. Στη μια μεριά είχε στη σειρά πολλές μεγάλες τραπεζαρίες που επάνω είχαν κεριά, λουλούδια κάτι άλλα μπιχλιμπίδια και κάτι τεράστια άσπρα τρίγωνα πιάτα. Από όσο είδα τα πιάτα δεν είχανε μέσα κανονικό φαγητό αλλά από μια μεγάλη κουτσουλιά, το οποίο είναι μάλλον λογικό γιατί το μαγαζί ήταν ανοιχτό από πάνω και θα μπορούσανε άνετα τα πουλάκια να μπούνε και να κουτσουλίσουνε πάνω στα πιάτα. Η κ. Ιλιάνα ενθουσιάστηκε πάντως με τα τεράστια τρίγωνα πιάτα και είπε με βεβαιότητα ότι το φαγητό εδώ σίγουρα είναι καλό και πως πρέπει να έρθουμε κάποια στιγμή, πράγμα που δεν κατάλαβα γιατί ήμασταν ήδη εκεί, αν και όχι στις τραπεζαρίες.

Τελικά καθίσαμε σε κάτι καναπέδες κοντά στο μπαρ. Το φιλικό ζευγάρι κάθισε από τη μια μεριά και εμείς οι τρεις από την άλλη και είχαμε ανάμεσα μας ένα μεγάλο τραπέζι. Η μουσική ήταν αρκετά δυνατά οπότε όταν η κ. Ιλιάνα ρώτησε «τι θα πιούμε;» ο κύριος Κωνσταντίνος της είπε «αμάν πια με αυτά τα τρίγωνα πιάτα», ο μπαμπάς μου συμφώνησε ότι «είναι όντως ωραίο το μαγαζί» και η μαμά μου ότι «αχ, τελικά έπρεπε να το πάρω το ζακετάκι, φυσάει πάλι». Όλοι χαμογελούσανε και ήταν φανερό ότι διασκεδάζανε πάρα πολύ και ήμουν πολύ περήφανος για τον μπαμπά μου που είχε προτείνει να βγούμε επιτέλους να διασκεδάσουμε.

Εγώ πάλι δε συμμετείχα στη συζήτηση των μεγάλων, γιατί λέγανε πράγματα για μεγάλους, όπως το πόσο σημαντικό είναι να ξεφεύγεις στις διακοπές σου από όσα κάνεις στην πόλη και ότι το νησί είναι άλλο πράγμα, καθαρίζει το μυαλό σου και ξεκουράζεται το μάτι σου, το οποίο δεν το κατάλαβα γιατί εκείνη την ώρα μας χτυπούσαν κάτι φώτα που αναβοσβήνανε και κάτι χρωματιστές ακτίνες σαν τα όπλα στον πόλεμο των άστρων που είδα με το μπαμπά μου στο σινεμά.

Διασκέδαζα όμως πολύ με τα τραγούδια, γιατί τα ήξερα όλα: έπαιζε τα ίδια τραγούδια που παίζει και στο ασανσέρ της πολυκατοικίας μας αν και μερικά τα ήξερα από το CD που παίζει στο super market που πάμε και ψωνίζουμε με τη μαμά μου. Μάλλον και οι υπόλοιποι που διασκέδαζαν στο μαγαζί αυτό έχουν ίδια ασανσέρ στα σπίτια τους γιατί όλοι ανοιγοκλείνανε λίγο τα στόματα τους σα να τα τραγουδάνε. Ήταν εκπληκτικά και πάρα πολύ το χαιρόμουνα που διασκεδάζαμε όλοι τόσο πολύ στις διακοπές μας.

Τα τραγούδια αυτά αν και τα ξέρω δε μου αρέσουν πάρα πολύ γιατί είναι ξένα και δεν καταλαβαίνω τι λένε. Οπότε άρχισα να νυστάζω και σταύρωσα τα χέρια μου και ξάπλωσα πάνω στο τραπέζι. Τότε έγινε κάτι εκπληκτικό: άρχισε να παίζει το «Γιου αρ μάι ουάν, μάι νάμπερ ουάν» (που είναι το αγαπημένο μου ελληνικό τραγούδι) με αποτέλεσμα ο κόσμος που ήταν μέσα στο μαγαζί να αρχίσει να ουρλιάζει και να χορεύει, η κυρία Ιλιάνα να ανέβει στο τραπέζι και ο μπαμπάς μου να φωνάζει «Αααα ρε, άμα δε βάλει ελληνικά ο κόσμος κέφι δεν κάνει», «γεια σου Ελενάρα» και «δε βάλατε μυαλό, δε βάλατε μυαλό, πίπα στη Γιουροβίζιον και στο Ευρωπαϊκό». Κάπου εκεί ξύπνησα γιατί δίπλα στο κεφάλι μου ήταν τα πόδια της κυρίας Ιλιάνας τα οποία είχαν κόκκινα νύχια και μύριζαν άσχημα.

Το κέφι κράτησε μέχρι που άρχισε να ξημερώνει και αφού είχαμε διασκεδάσει τόσο πολύ αποφασίσαμε να φύγουμε. Κάναμε όμως περίπου 40 λεπτά να βγούμε από το μαγαζί γιατί ο κόσμος ήταν πάρα πολύς και ο ένας πάνω στον άλλο, όπως στο λεωφορείο κάτι μεσημέρια στην Αθήνα. Βέβαια σε αυτά τα 40 λεπτά μέχρι την έξοδο η μαμά μου είχε ενθουσιαστεί και έλεγε συνεχώς πως «είναι super, είναι super», που φαντάζομαι σημαίνει ότι «δεν υπάρχει κράτος» γιατί αυτό έλεγε μια φορά που πήραμε το λεωφορείο στην Αθήνα όταν ήταν το αυτοκίνητό της στο συνεργείο.

Στο δρόμο για το σπίτι η μαμά είπε ότι η μουσική και το μαγαζί γενικότερα ήταν ίδια με το μαγαζί που πήγε με κάτι φίλες στην Αθήνα δυο μέρες πριν πάμε διακοπές, η κυρία Ιλιάνα ότι είχε να πιει τόσο από το προηγούμενο Σάββατο που είχε πάει στα μπουζούκια, ο μπαμπάς ότι χάρηκε πάρα πολύ που όλο το βράδυ αντάλλασε μηνύματα στο κινητό με τον προϊστάμενό του που έκανε και αυτός διακοπές σε άλλο νησί και ο κύριος Κωνσταντίνος ότι η διπλανή παρέα στους καναπέδες ήταν όλοι συνάδελφοί του και κάποιοι ανταγωνιστές και γενικά όλοι ήταν ενθουσιασμένοι που βρήκαν επιτέλους την ευκαιρία στις διακοπές να ξεφύγουν από την ρουτίνα, να αλλάξουν παραστάσεις και να ξεχάσουν τη δουλειά και την πόλη και φυσικά ότι χρόνια είχαν να διασκεδάσουν τόσο.

Μετά από μια βδομάδα η άδειες του μπαμπά και της μαμάς και του φιλικού ζευγαριού τελειώσανε και έπρεπε να φύγουμε πράγμα που τους στεναχώρησε όλους γιατί θα γυρνούσανε πάλι «στα ίδια και στα ίδια».

Την ημέρα της επιστροφής το πλοίο για να γυρίσουμε πίσω είχε καθυστέρηση. Έτσι μετά από λίγη ώρα αναμονής ο μπαμπάς μου με κάτι άλλους αρχίσανε να φωνάζουν δεξιά και αριστερά και να ρωτάνε «τι θα γίνει με αυτή τη σκυλοπνίχτρα, θα έρθει καμιά φορά;», «πόσο θα τραβήξει αυτή η ταλαιπωρία», «νομίζετε ότι είμαστε μαλάκες;» και «μα για το Θεό δεν υπάρχει ένας υπεύθυνος να μας ενημερώσει;». Νομίζω ότι ο μπαμπάς μου είχε δίκιο γιατί αν ρωτάς αν είσαι μαλάκας, είναι σημαντικό να σε ενημερώσει κάποιος υπεύθυνος για να ξέρεις και εσύ τι γίνεται, όπως όταν η μαμά μου ρωτάει το μπαμπά «νομίζεις ότι έχω παχύνει;» και περιμένει μια σοβαρή και ειλικρινή απάντηση. Η μαμά πάλι φώναζε πως «έχουμε μικρά παιδιά εδώ» πράγμα που δεν ήταν αλήθεια γιατί εγώ είχα φύγει και έπαιζα με κάτι άλλα παιδάκια στην προκυμαία και περνούσα πολύ ωραία και ήθελα να αργήσει πολύ το πλοίο, γιατί δεν ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα αφού στο νησί ήταν πιο ωραία.

Τελικά όταν ήρθε το πλοίο όλοι οι μεγάλοι που, όπως λέγανε μεταξύ τους όση ώρα περιμένανε ηρεμήσανε, χαλαρώσανε, ανανεωθήκανε και ξεκουραστήκανε στις διακοπές, το ρίξανε στο χαβαλέ και στα παιχνίδια, φαντάζομαι από την πολλή χαλάρωση. Έτσι κάνανε αγώνα δρόμου μαζί με πάλη για το ποιος θα μπει πρώτος στο πλοίο, το οποίο δεν είναι τόσο εύκολο παιχνίδι όσο ακούγεται γιατί παίζουνε πάρα πολλά άτομα μαζί και κουβαλάνε μάλιστα και βαλίτσες. Μέσα στο πλοίο παίξανε ένα άλλο παιχνίδι που πρέπει να πας και να κάτσεις σε μια θέση πριν σε προλάβει κάποιος άλλος. Αυτό το παιχνίδι είναι μια παραλλαγή του παιχνιδιού "μουσικές καρέκλες" μόνο που δεν περιμένεις να σταματήσει η μουσική για να κάτσεις και μπορείς να πιάσεις παραπάνω από μία καρέκλες ή καναπέδες χρησιμοποιώντας ότι θέλεις εσύ - την εφημερίδα, το μπουφάν, τη βαλίτσα, την πεθερά κλπ. Ήταν τρομερά παιχνίδια, είναι απίστευτοι οι μεγάλοι όταν χαλαρώνουν και είναι κρίμα που είναι έτσι μόνο μετά από τις διακοπές και δεν παίζουν και το χειμώνα στην πόλη!

Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική, δημιούργημα του παιδικού μου μυαλού. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, τόπους, καταστάσεις, γεγονότα κλπ είναι εντελώς συμπωματική.